Επίπτωση του υψηλού ΒΜΙ στην ΑΜΗ
Η συχνότητα εμφάνισης παχυσαρκίας είναι παγκοσμίως σημαντικά μεγαλύτερη στις γυναίκες συγκριτικά με τους άνδρες. Αυτό το γεγονός αποκτά ιδιαίτερη σπουδαιότητα στις γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας καθώς πέρα από τις επιπτώσεις που αυτή έχει στη γενικότερη υγεία τους θα πρέπει να λάβουν υπόψιν την επίδραση της παχυσαρκίας στην αναπαραγωγική τους υγεία.
Η παχυσαρκία έχει συσχετιστεί με χαμηλότερα ποσοστά αυτόματης σύλληψης αλλά και με χαμηλότερα ποσοστά επίτευξης κύησης μετά από εξωσωματική γονιμοποίηση (1).
Πώς επηρεάζει η παχυσαρκία τη γονιμότητα; Φαίνεται πως η παχυσαρκία έχει μία πολυπαραγοντική επίδραση στην φυσιολογία της αναπαραγωγικής λειτουργίας της γυναίκας μέσα από την αυξημένη παρουσία οξειδωτικού στρες, λιποτοξικότητας και την ενεργοποίηση προφλεγμονωδών παραγόντων και μονοπατιών. Αρχικά η αναστολή της ομαλής λειτουργίας του άξονα υποθάλαμος – υπόφυση – ωοθήκες έχει τεκμηριωθεί ως βασικός μηχανισμός μέσω του οποίου το αυξημένο σωματικό βάρος προκαλεί διαταραχές του εμμηνορυσιακού κύκλου (2). Επιπροσθέτως τεκμηριώνεται μια ανεξάρτητη επίδραση της παχυσαρκίας στο ενδομήτριο με μειωμένο βαθμό φθαρτοποιησης ως απάντησης στην ορμονική διέγερση και μείωση των εν δυνάμει σημείων εμφύτευσης (3). Εξάλλου είναι ξεκάθαρη και τεκμηριωμένη τόσο η επίδραση της υπεροιστρογοναιμίας στο ενδομήτριο καθώς και τα αποτελέσματά της.
Επιπλέον έχει μεγάλο επιστημονικό ενδιαφέρον η άμεση επίδραση της παχυσαρκίας στην ωοθήκη και τα ωάρια. Μελέτες σε ανθρώπους δείχνουν μορφολογικές ανωμαλίες και χαμηλή δυναμική στα ωάρια γυναικών με υψηλό BMI. Είναι εξαιρετικής σημαντικότητας το γεγονός ότι η παχυσαρκία φαίνεται να συνδέεται με τα επίπεδα της αντιμυλλερίου ορμόνης (ΑΜΗ) (4).
Πολλές πρόσφατες μεγάλου μεγέθους μελέτες δείχνουν σημαντικά χαμηλότερα επίπεδα ΑΜΗ στις γυναίκες με υψηλό ΒΜΙ άσχετα με την παρουσία ή μη συνδρόμου πολυκυστικών ωοθηκών (PCOS).
Μάλιστα διαπιστώνεται μια πτώση κατά 23.7% στα επίπεδα ΑΜΗ καθώς και μείωση στον αριθμό ωοθυλακίων με άντρο (antral follicle count – AFC) γυναικών με υψηλό δείκτη μάζας σώματος σε σχέση με γυναίκες φυσιολογικού σωματικού βάρους (3,4,5).
Σε ό,τι αφορά το πεδίο της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής, φαίνεται πως γυναίκες με υψηλό δείκτη μάζας σώματος έχουν μειωμένη απάντηση στα φάρμακα της εξωσωματικής γονιμοποίησης, παράγουν μικρότερο αριθμό ωαρίων και έχουν χαμηλότερα ποσοστά κλινικών κυήσεων και γεννήσεων σε σχέση με γυναίκες φυσιολογικού βάρους (2).
Eιδικότερα, τα ωάρια παχύσαρκων γυναικών που υποβάλλονται σε εξωσωματική γονιμοποίηση είναι συχνά μικρότερα, έχουν χαμηλότερες πιθανότητες εξέλιξης μετά τη γονιμοποίηση ενώ τα έμβρυα που προκύπτουν παρουσιάζουν αλλαγές στο μεταβολισμό τους, με χαμηλή κατανάλωση γλυκόζης και αύξηση των τριγλυκεριδίων (6).
Επιπλέον η παχυσαρκία έχει συσχετιστεί με χαμηλότερο ποσοστό ωριμότητας των ωαρίων και μεταβολές στη μειωτική άτρακτο ενώ το ωοθυλακικό υγρό παχύσαρκων γυναικών παρουσιάζει μεταβολές στη σύνθεσή του σε κυτοκίνες (adipokine), δείκτες φλεγμονής (C-reactive protein) και ελεύθερα λιπαρά οξέα (7-8) Επίσης η αυξημένη λεπτίνη που παρατηρείται στις παχύσαρκες γυναίκες παραμένει αυξημένη στο ωοθυλακικό τους υγρό και έχει αποδειχθεί ότι συσχετίζεται με μείωση των επιπέδων της ΑΜΗ (2).
Τα επιστημονικά δεδομένα δείχνουν μια πιθανή αθροιστική επίδραση της παχυσαρκίας: Γυναίκες παχύσαρκες ήδη από την ηλικία των 18 έχουν χαμηλότερα επίπεδα ΑΜΗ σε σχέση με γυναίκες πλέον παχύσαρκες αλλά με φυσιολογικό βάρος στην ηλικία των 18. Αν και οι αλλαγές στις διατροφικές συνήθειες φαίνεται να βελτιώνουν το μεταβολικό περιβάλλον εντούτοις οι ανωμαλίες στη μειωτική άτρακτο και τα μιτοχόνδρια επιμένουν, γεγονός που πιστοποιεί ίσως μια μη αναστρέψιμη βλάβη στην ωοθήκη (2).






